Abrégé du dictionnaire grec-français
Hachette, 1901.
- A (alpha) :
- B (bêta) :
- 145 : Β, β, ϐ - Βαβυλών
- 146 : Βαβυλωνία - βαθύτης
- 147 : βαθύφρων - βάκχη
- 148 : Βακχικός - βάλλω
- 149 : βάλοισθα - βαρυεγκέφαλος
- 150 : βαρυθυμέω-ῶ - βασιλικός
- 151 : βασιλικῶς - βεβαιόω-ῶ
- 152 : βεβαίως - βῆμα
- 153 : βηματίζω - βίος
- 154 : βιός - βλασφεμέω-ῶ
- 155 : βλασφημία - βοάω-βοῶ
- 156 : βοέος - βολίς
- 157 : βόλος - βουθυτέω-ῶ
- 158 : βούθυτος - βουληφόρος
- 159 : βουλιμίασις - βραβεύω
- 160 : βράβης - Βρεττανία
- 161 : Βρεττανικός - βρύχιος
- 162 : βρύω - βώτωρ
- Ξ (xi) :
- Ρ (rhô) :
- Τ (tau) : 851
- Υ (upsilon) : 891
- Φ (phi) :
- 921 : Φ, φ - φαίνω
- 922 : φαιός - φανερός
- 923 : φανερόω-ω - φάρμακον
- 924 : φαρμακοποσία - φαύλος
- 925 : φαυλότης - Φερητιάδης
- 926 : φέριστος - φέρω
- 927 : φερώνυμος - φήμη
- 928 : Φήμη - φθέγγομαι
- 929 : φθεγκτός - φθονέω-ῶ
- 930 : φθόνησις - φιλεραστής
- 931 : φιλεργέω-ῶ - φιλογαθής
- 932 : φιλόγαμος - φιλόλογος
- 933 : φιλολοίδορος - φίλορνις
- 934 : φιλόρρυθμος - φιλότεχνος
- 935 : φιλοτέχνως - φιλόψογος
- 936 : φίλοψος - φλιδάω-ῶ
- 937 : Φλιούς - φόβος
- 938 : Φόβος - φόνος
- 939 : φοξός - φορυτό
- 940 : φόως - φρενομανής
- 941 : φρενομόρως - φρονέω-ῶ
- 942 : φρόνημα - φρυάσσω
- 943 : φρυγανισμός - φυλακτικός
- 944 : φύλαξ - φύξιμος
- 945 : Φύξιον - Φύσις
- 946 : φύσκη - φύω
- 947 : φῶ - φῶς
- 948 : φώς - φωτοειδής
- Χ (khi) :
- 948 : Χ, χ - χαίρω
- 949 : Χαιρώνεια - χαλεπός
- 950 : χαλεπότης - Χαλκίς
- 951 : χαλκῖτις - χάννη
- 952 : χάνοι - χαρίζομαι
- 953 : χάρις - χάσμα
- 954 : χασμάομαι-ῶμαι
- 955 : χείρ - χειροκρασία
- 956 : χειρόμακτρον - χέλυς
- 957 : χελώνη - χέω
- 958 : χέω - χιλιαρχέω-ῶ
- 959 : χιλιάρχης - χλιαίνω
- 960 : χλιαρός - χολάς
- 961 : χολάω-ῶ - χορηγός
- 962 : χορικός - χράω
- 963 : χράω-ῶ - χρεία
- 964 : χρείη - χρῄζω
- 965 : χρῄζω - χρηματοποιός
- 966 : χρημοσύνη - χριστιανός
- 967 : χριστός - χρονοτριβέω-ῶ
- 968 : χροός - χρυσός
- 969 : χρυσοστέφανος - χύτρος
- 970 : χυτροτομέω-ῶ - χωρίον
- 971 : χωρίς - χὥτε
- Ψ (psi) :
Index alphabétique
Accès par lettre
Accès par page
A
- 1 : Α, α - ἀβλαβῶς
- 2 : ἀ·βλής - ἁγα·κλεής
- 3 : ἀγακλειτός - ἀγγεῖον
- 4 : ἀγγελία - ἀγῆλαι
- 5 : ἀγηλατέω-ῶ - ἀγλαοφωτίς
- 145 : ἀχώ - ἄωτος
B
- 145 : Β, β, ϐ - Βαβυλών
- 146 : Βαβυλωνία - βαθύτης
- 147 : βαθύφρων - βάκχη
- 148 : Βακχικός - βάλλω
- 149 : βάλοισθα - βαρυεγκέφαλος
- 150 : βαρυθυμέω-ῶ - βασιλικός
- 151 : βασιλικῶς - βεβαιόω-ῶ
- 152 : βεβαίως - βῆμα
- 153 : βηματίζω - βίος
- 154 : βιός - βλασφεμέω-ῶ
- 155 : βλασφημία - βοάω-βοῶ
- 156 : βοέος - βολίς
- 157 : βόλος - βουθυτέω-ῶ
- 158 : βούθυτος - βουληφόρος
- 159 : βουλιμίασις - βραβεύω
- 160 : βράβης - Βρεττανία
- 161 : Βρεττανικός - βρύχιος
- 162 : βρύω - βώτωρ
Γ
- 162 : Γ, γ - Γάβιοι
Δ
E
Z
H
- 397 : H, η - ἤ
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
- 596 : Νύξ, Νυκτός
Ξ
Ο
- 599 : Ο, ὁ - ὁ, ἡ, τό
Π
- 772 : πωλοδαμνική - πῶυ
Ρ
- 772 : Ῥ, ῥ - ῥαββίον
- 773 : ῥαβδομαχία - ῥαπτός
- 774 : ῥάπτω - ῥεῦμα
- 775 : ῥευματίζω - ῥητόν
- 776 : ῥητορεία - ῥιπτάζω
- 777 : ῥίπτασκον - ῥοπή
- 778 : ῥόπτον - ῥυπόω
- 779 : ῥυπτικός - ῥώψ
Σ
- 823 : συμπραπής - συμφθείρω
Τ
Υ
Φ
- 921 : Φ, φ - φαίνω
- 922 : φαιός - φανερός
- 923 : φανερόω-ω - φάρμακον
- 924 : φαρμακοποσία - φαύλος
- 925 : φαυλότης - Φερητιάδης
- 926 : φέριστος - φέρω
- 927 : φερώνυμος - φήμη
- 928 : Φήμη - φθέγγομαι
- 929 : φθεγκτός - φθονέω-ῶ
- 930 : φθόνησις - φιλεραστής
- 931 : φιλεργέω-ῶ - φιλογαθής
- 932 : φιλόγαμος - φιλόλογος
- 933 : φιλολοίδορος - φίλορνις
- 934 : φιλόρρυθμος - φιλότεχνος
- 935 : φιλοτέχνως - φιλόψογος
- 936 : φίλοψος - φλιδάω-ῶ
- 937 : Φλιούς - φόβος
- 938 : Φόβος - φόνος
- 939 : φοξός - φορυτό
- 940 : φόως - φρενομανής
- 941 : φρενομόρως - φρονέω-ῶ
- 942 : φρόνημα - φρυάσσω
- 943 : φρυγανισμός - φυλακτικός
- 944 : φύλαξ - φύξιμος
- 945 : Φύξιον - Φύσις
- 946 : φύσκη - φύω
- 947 : φῶ - φῶς
- 948 : φώς - φωτοειδής
Χ
- 948 : Χ, χ - χαίρω
- 949 : Χαιρώνεια - χαλεπός
- 950 : χαλεπότης - Χαλκίς
- 951 : χαλκῖτις - χάννη
- 952 : χάνοι - χαρίζομαι
- 953 : χάρις - χάσμα
- 954 : χασμάομαι-ῶμαι
- 955 : χείρ - χειροκρασία
- 956 : χειρόμακτρον - χέλυς
- 957 : χελώνη - χέω
- 958 : χέω - χιλιαρχέω-ῶ
- 959 : χιλιάρχης - χλιαίνω
- 960 : χλιαρός - χολάς
- 961 : χολάω-ῶ - χορηγός
- 962 : χορικός - χράω
- 963 : χράω-ῶ - χρεία
- 964 : χρείη - χρῄζω
- 965 : χρῄζω - χρηματοποιός
- 966 : χρημοσύνη - χριστιανός
- 967 : χριστός - χρονοτριβέω-ῶ
- 968 : χροός - χρυσός
- 969 : χρυσοστέφανος - χύτρος
- 970 : χυτροτομέω-ῶ - χωρίον
- 971 : χωρίς - χὥτε
Ψ
- 971 : Ψ, ψ - ψάρ
- 972 : ψᾶρος - ψευδοφανής
- 973 : ψευδόφημος - ψῆφος
- 974 : ψηφοφορέω-ῶ - ψυχαγωγία
- 975 : ψυχρολουτέω - ψωμἱζω
- 976 : ψώμισμα - ψωρικός