Abrégé du dictionnaire grec-français

La bibliothèque libre.
Aller à : navigation, rechercher
Abrégé du dictionnaire grec-français
Hachette, 1901.
  • Α (alpha) :
    • 1 : Α, α – ἀϐλαϐῶς
    • 2 : ἀϐλής – ἀγακλεής
    • 3 : ἀγακλειτός – ἀγγεῖον
    • 4 : ἀγγελία – ἀγῆλαι
    • 5 : ἀγηλατέω-ῶ – ἀγλαοφωτίς
    • 145 : ἀχώ – ἄωτος
  • Β (bêta) :
    • 145 : Β, β, ϐ – Βαϐυλών
    • 146 : Βαϐυλωνία – βαθύτης
    • 147 : βαθύφρων – βάκχη
    • 148 : Βακχικός – βάλλω
    • 149 : βάλοισθα – βαρυεγκέφαλος
    • 150 : βαρυθυμέω-ῶ – βασιλικός
    • 151 : βασιλικῶς – βεϐαιόω-ῶ
    • 152 : βεϐαίως – βῆμα
    • 153 : βηματίζω – βίος
    • 154 : βιός – βλασφημέω-ῶ
    • 155 : βλασφημία – βοάω-βοῶ
    • 156 : βοέη – βόλλομαι
    • 157 : βόλος – βουθυτέω-ῶ
    • 158 : βούθυτος – βουληφόρος
    • 159 : βουλιμίασις – βραϐεύω
    • 160 : βράϐης – Βρεττανία
    • 161 : Βρεττανικός – βρύχιος
    • 162 : βρύω – βώτωρ
  • Γ (gamma) :
    • 162 : Γ, γ – Γάϐιοι
  • Δ (delta) : 178
  • Ε (epsilon) : 238
  • Ζ (zêta) :
    • 394 : Ζ, ζ – ζεῦγος
    • 395 : ζευγοτρόφος – ζήτημα
    • 396 : ζήτησις – ζώνη
    • 397 : ζώνιον – ζῳώδης
  • Η (êta) :
    • 397 : Η, η – ἤ
  • Θ (thêta) : 410
  • Ι (iota) : 428
  • Κ (kappa) : 444
  • Λ (lambda) : 522
  • Μ (mu) : 544
  • Ν (nu) : 583 :
    • 596 : Νύξ – νωχελία
  • Ξ (xi) :
    • 596 : Ξ, ξ – ξανθοκόμης
    • 597 : ξανθός – ξηραλοιφέω-ῶ
    • 598 : ξήρανσις – ξυρόν
    • 599 : ξύρω – ξύω
  • Ο (omicron) :
    • 599 : Ο, ο – ὁ, ἡ, τό
  • Π (pi) : 641
    • 772 : πωλοδαμνική – πῶυ
  • Ρ (rhô) :
    • 772 : Ῥ, ῥ – ῥαϐδίον
    • 773 : ῥαϐδομαχία – ῥαπτός
    • 774 : ῥάπτω – ῥεῦμα
    • 775 : ῥευματίζω – ῥητόν
    • 776 : ῥητορεία – ῥιπτάζω
    • 777 : ῥίπτασκον – ῥοπή
    • 778 : ῥόπτον – ῥυπόω
    • 779 : ῥυπτικός – ῥώψ
  • Σ (sigma) : 780 :
    • 823 : συμπρεπής – συμφθείρω
  • Τ (tau) : 851
  • Υ (upsilon) : 891
  • Φ (phi) :
    • 921 : Φ, φ – φαίνω
    • 922 : φαιός – φανερός
    • 923 : φανερόω-ῶ – φάρμακον
    • 924 : φαρμακοποσία – φαῦλος
    • 925 : φαυλότης – Φερητιάδης
    • 926 : φέριστος – φέρω
    • 927 : φερώνυμος – φήμη
    • 928 : Φήμη – φθέγγομαι
    • 929 : φθεγκτός – φθονέω-ῶ
    • 930 : φθόνησις – φιλεραστής
    • 931 : φιλεργέω-ῶ – φιλογαθής
    • 932 : φιλόγαμος – φιλόλογος
    • 933 : φιλολοίδορος – φίλορνις
    • 934 : φιλόρρυθμος – φιλότεχνος
    • 935 : φιλοτέχνως – φιλόψογος
    • 936 : φίλοψος – φλιδάω-ῶ
    • 937 : Φλιοῦς – φόϐος
    • 938 : Φόϐος – φόνος
    • 939 : φοξός – φορυτός
    • 940 : φόως – φρενομανής
    • 941 : φρενομόρως – φρονέω-ῶ
    • 942 : φρόνημα – φρυάσσω
    • 943 : φρυγανισμός – φυλακτικός
    • 944 : φύλαξ – φύξιμος
    • 945 : φύξιον – φύσις
    • 946 : φύσκη – φύω
    • 947 : φῶ – φῶς
    • 948 : φώς – φωτοειδής
  • Χ (khi) :
    • 948 : Χ, χ – χαίρω
    • 949 : Χαιρώνεια – χαλεπός
    • 950 : χαλεπότης – Χαλκίς
    • 951 : χαλκῖτις – χάννη
    • 952 : χάνοι – χαρίζομαι
    • 953 : χάρις – χάσμα
    • 954 : χασμάομαι-ῶμαι – χείρ
    • 955 : χείρ – χειροκρασία
    • 956 : χειρόμακτρον – χέλυς
    • 957 : χελώνη – χέω
    • 958 : χέω – χιλιαρχέω-ῶ
    • 959 : χιλιάρχης – χλιαίνω
    • 960 : χλιαρός – χολάς
    • 961 : χολάω-ῶ – χορηγός
    • 962 : χορικός – χράω
    • 963 : χράω-ῶ – χρεία
    • 964 : χρείη – χρῄζω
    • 965 : χρῄζω – χρηματοποιός
    • 966 : χρημοσύνη – χριστιανός
    • 967 : χριστός – χρονοτριϐέω-ῶ
    • 968 : χροός – χρυσός
    • 969 : χρυσοστέφανος – χύτρος
    • 970 : χυτροτομέω-ῶ – χωρίον
    • 971 : χωρίς – χὤτε
  • Ψ (psi) :
    • 971 : Ψ, ψ – ψάρ
    • 972 : ψᾶρος – ψευδοφανής
    • 973 : ψευδόφημος – ψῆφος
    • 974 : ψηφοφορέω-ῶ – ψυχαγωγία
    • 975 : ψυχαγωγός – ψωμἱζω
    • 976 : ψώμισμα – ψωρικός
  • Ω (oméga) :
    • 976 : Ω, ω – ὠθέω-ῶ
    • 977 : ὠθίζω – ὦμμαι
    • 978 : ὤμνυν – ὠνητός
    • 979 : ὤ’ νθρωπε – ὤρεσσι
    • 980 : ὠρέχθην – ὡς
    • 981 : ὡς – ὡσαύτως
    • 982 : ὦσδε – ὦτος
    • 983 : ὤτρυνα – ᾠῶν


Index alphabétique


Accès par lettre

Accès par page

Α

  • 1 : Α, α — ἀβλαβῶς
  • 2 : ἀ·βλής — ἁγα·κλεής
  • 3 : ἀγακλειτός — ἀγγεῖον
  • 4 : ἀγγελία — ἀγῆλαι
  • 5 : ἀγηλατέω-ῶ — ἀγλαοφωτίς
  • 145 : ἀχώ — ἄωτος

Β

  • 145 : Β, β, ϐ — Βαβυλών
  • 146 : Βαβυλωνία — βαθύτης
  • 147 : βαθύφρων — βάκχη
  • 148 : Βακχικός — βάλλω
  • 149 : βάλοισθα — βαρυεγκέφαλος
  • 150 : βαρυθυμέω-ῶ — βασιλικός
  • 151 : βασιλικῶς — βεβαιόω-ῶ
  • 152 : βεβαίως — βῆμα
  • 153 : βηματίζω — βίος
  • 154 : βιός — βλασφεμέω-ῶ
  • 155 : βλασφημία — βοάω-βοῶ
  • 156 : βοέος — βολίς
  • 157 : βόλος — βουθυτέω-ῶ
  • 158 : βούθυτος — βουληφόρος
  • 159 : βουλιμίασις — βραβεύω
  • 160 : βράβης — Βρεττανία
  • 161 : Βρεττανικός — βρύχιος
  • 162 : βρύω — βώτωρ

Γ

  • 162 : Γ, γ — Γάβιοι

Δ

Ε

Ζ

  • 394 : Ζ, ζ — ζεῦγος
  • 395 : ζευγοτρόφοςζήτημα
  • 396 : ζήτησιςζώνη
  • 397 : ζώνιον — ζῳώδης

Η

  • 397 : Η, η — ἤ

Θ

Ι

Κ

Λ

Μ

Ν

  • 596 : Νύξ, Νυκτός

Ξ

  • 596 : Ξ, ξ — ξανθοκόμης
  • 597 : ξανθός — ξηραλοιφέω-ῶ
  • 598 : ξήρανσις — ξυρόν
  • 599 : ξύρω — ξύω

Ο

  • 599 : Ο, ὁ — ὁ, ἡ, τό

Π

  • 772 : πωλοδαμνική — πῶυ

Ρ

  • 772 : Ῥ, ῥ — ῥαββίον
  • 773 : ῥαβδομαχία — ῥαπτός
  • 774 : ῥάπτω — ῥεῦμα
  • 775 : ῥευματίζω — ῥητόν
  • 776 : ῥητορεία — ῥιπτάζω
  • 777 : ῥίπτασκον — ῥοπή
  • 778 : ῥόπτον — ῥυπόω
  • 779 : ῥυπτικός — ῥώψ

Σ

  • 823 : συμπραπής — συμφθείρω

Τ

Υ

Φ

  • 921 : Φ, φ — φαίνω
  • 922 : φαιός — φανερός
  • 923 : φανερόω-ω — φάρμακον
  • 924 : φαρμακοποσία — φαύλος
  • 925 : φαυλότης — Φερητιάδης
  • 926 : φέριστος — φέρω
  • 927 : φερώνυμος — φήμη
  • 928 : Φήμη — φθέγγομαι
  • 929 : φθεγκτός — φθονέω-ῶ
  • 930 : φθόνησις — φιλεραστής
  • 931 : φιλεργέω-ῶ — φιλογαθής
  • 932 : φιλόγαμος — φιλόλογος
  • 933 : φιλολοίδορος — φίλορνις
  • 934 : φιλόρρυθμος — φιλότεχνος
  • 935 : φιλοτέχνως — φιλόψογος
  • 936 : φίλοψος — φλιδάω-ῶ
  • 937 : Φλιούς — φόβος
  • 938 : Φόβος — φόνος
  • 939 : φοξός — φορυτό
  • 940 : φόως — φρενομανής
  • 941 : φρενομόρως — φρονέω-ῶ
  • 942 : φρόνημα — φρυάσσω
  • 943 : φρυγανισμός — φυλακτικός
  • 944 : φύλαξ — φύξιμος
  • 945 : Φύξιον — Φύσις
  • 946 : φύσκη — φύω
  • 947 : φῶ — φῶς
  • 948 : φώς — φωτοειδής

Χ

  • 948 : Χ, χ — χαίρω
  • 949 : Χαιρώνεια — χαλεπός
  • 950 : χαλεπότης — Χαλκίς
  • 951 : χαλκῖτις — χάννη
  • 952 : χάνοι — χαρίζομαι
  • 953 : χάρις — χάσμα
  • 954 : χασμάομαι-ῶμαι
  • 955 : χείρ — χειροκρασία
  • 956 : χειρόμακτρον — χέλυς
  • 957 : χελώνη — χέω
  • 958 : χέω — χιλιαρχέω-ῶ
  • 959 : χιλιάρχης — χλιαίνω
  • 960 : χλιαρός — χολάς
  • 961 : χολάω-ῶ — χορηγός
  • 962 : χορικός — χράω
  • 963 : χράω-ῶ — χρεία
  • 964 : χρείη — χρῄζω
  • 965 : χρῄζω — χρηματοποιός
  • 966 : χρημοσύνη — χριστιανός
  • 967 : χριστός — χρονοτριβέω-ῶ
  • 968 : χροός — χρυσός
  • 969 : χρυσοστέφανος — χύτρος
  • 970 : χυτροτομέω-ῶ — χωρίον
  • 971 : χωρίς — χὥτε

Ψ

  • 971 : Ψ, ψ — ψάρ
  • 972 : ψᾶρος — ψευδοφανής
  • 973 : ψευδόφημος — ψῆφος
  • 974 : ψηφοφορέω-ῶ — ψυχαγωγία
  • 975 : ψυχρολουτέω — ψωμἱζω
  • 976 : ψώμισμα — ψωρικός

Ω

  • 976 : Ω, ω — ὠθέω-ῶ
  • 977 : ὠθίζω — ὦμμαι
  • 978 : ὤμνυν — ὠνητός
  • 979 : ὤ’νθρωπε — ὤρεσσι
  • 980 : ὠρέχθην — ὡς
  • 981 : ὡς — ὡσαύτως
  • 982 : ὦσδε — ὦτος
  • 983 : ὤτρυνα — ᾠῶν